search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Παλιοί χίπηδες και χαμένα καλοκαίρια πρωταγωνιστούν (μεταξύ άλλων) σε παραμύθια γεμάτα συμβολισμούς για το σήμερα, αλλά και για κάθε εποχή, από μια καλλιτέχνιδα που στα σίγουρα θα μας λείψει...

Label | Feelgood
Κυκλοφορία | 1/2018
Βαθμολογία | 7

Τα 3 τελευταία χρόνια της ζωής της, από το 2014 μέχρι και τον Ιούλιο του 2017, η Αρλέτα δούλευε για ένα άλμπουμ που έμελλε να είναι το τελευταίο της. Οι παλιοί της φίλοι και συνεργάτες Λάκης Παπαδόπουλος και Sunny Μπαλτζή τής έγραψαν καινούρια τραγούδια, τα οποία, όμως, δεν πρόλαβε να δει να κυκλοφορούν: μετά από πολύχρονη μάχη με διάφορα προβλήματα υγείας, άφησε τούτη τη διάσταση των πραγμάτων στις 8 του περασμένου Αυγούστου.

Τώρα ήρθε η ώρα τα 13 εκείνα τραγούδια να δουν το φως της δημοσιότητας, υπό τον γενικό τίτλο Η Γιαγιά Μου Μαγειρεύει Όνειρα Τηγανητά. Όπως αυτός μαρτυρά, η παιδικότητα και η παιγνιώδης διάθεση (χαρακτηριστικά συνδεόμενα με την περσόνα της Αρλέτας από τότε που ακόμα λεγόταν Αργυρώ-Νικολέτα Τσάπρα και την ανακάλυπτε ο Γιώργος Παπαστεφάνου τυχαία σε μια παραλία), χρωματίζουν και όσα καταθέτει εδώ.


Μοιάζει λοιπόν τούτος ο δίσκος σαν μια βόλτα-αναδρομή στη ζωή της και σε όσα πρέσβευσε η τέχνη της επί 5 και βάλε δεκαετίες. Την ακούμε να διηγείται ιστορίες για παλιούς χίπηδες, για χαμένα καλοκαίρια, να τραγουδά για τη γενιά της, για την πατρίδα της, και να λέει παραμύθια γεμάτα συμβολισμούς· για το σήμερα, αλλά και για κάθε εποχή.

Όλο αυτό γίνεται με μια διάθεση αναμενόμενα νοσταλγική και με συχνές παραπομπές σε παρελθούσες στιγμές της ήσυχης, μα εύφορης διαδρομής της. Το “Τι Δεν Καταλαβαίνεις;”, για παράδειγμα, θυμίζει τη “Σερενάτα” και τον “Τάκη”, “Το Καρτέρι” κλείνει το μάτι στο ρυθμικό μοτίβο του “Μπαρ Το Ναυάγιο”, ενώ το “Όνειρα Τηγανητά” θα μπορούσε να είναι η συνέχεια του “Όνειρα Ζαχαρωτά”. Μοιάζουν, με λίγα λόγια, γνώριμα τα λημέρια στα οποία σουλατσάρει εδώ η φωνή της Αρλέτας.

«Γνώριμα», όμως, δεν σημαίνει «ίδια» κι ευτυχώς ο δίσκος δεν έχει να σερβίρει προφανή αναμασήματα. Αντίθετα, ο Παπαδόπουλος και η Μπαλτζή φαίνεται πως έγραψαν από καρδιάς, ρίχνοντας απλώς κάποιες αγαπησιάρικες ματιές στο παρελθόν της ηρωίδας τους, με νοιάξιμο όμως και για το «τώρα» της. Ο πρώτος φαίνεται πως δεν έχει ξεχάσει να γράφει μελωδική και ευέλικτη ποπ και η δεύτερη βάζει τα δυνατά της να σταθεί αντάξια της παράδοσης της Μαριανίνας Κριεζή, αλλά και της ίδιας της Αρλέτας.

Και πετυχαίνουν τον στόχο τους: βάζουν στο στόμα της ηρωίδας τους λέξεις και μελωδίες που ταιριάζουν στη φυσικότητα της ερμηνείας της. Αν και κάπως θαμπωμένη από τον χρόνο, η φωνή της είναι και πάλι ένας παράγοντας ενοποιητικός, που δίνει στο υλικό πνοή και πειθώ και συμπυκνώνει τις διαφορετικές συνιστώσες σε ένα μοναδικό πρόσωπο. Μπορείς άνετα να φανταστείς την Αρλέτα καθώς τραγουδά· σκυφτή μπροστά στο μικρόφωνο, χαλαρή αλλά και γρηγορούσα, να σκάει πού και πού το λοξό χαμογελό της.

Ομολογουμένως, δεν είναι όλα τέλεια. Υπάρχουν μερικά κομμάτια που μοιάζουν να «σέρνονται», με τις λέξεις και τις μελωδίες να μην βρίσκουν εύκολα κοινό βηματισμό, ενώ σε κάμποσα σημεία σού δίνεται η εντύπωση ότι ακούς ένα demo ή τις αμιξάριστες ηχογραφήσεις. Για τα δεδομένα των συντελεστών, βέβαια, τέτοιες ποιότητες μοιάζουν εγγενείς, κατά κάποιον τρόπο· και, τέλος πάντων, καμιά αδυναμία δεν είναι τελικά ικανή να ακυρώσει το εγχείρημα: τούτα τα τραγούδια έχουν κάτι να πουν, και όντως το λένε –άλλα λιγότερο, άλλα περισσότερο καλά.

Και, βέβαια, έχουν και την έξτρα βαρύτητα που τους δίνει το γεγονός ότι τα επέλεξε η Αρλέτα,  γνωρίζοντας ότι πιθανότατα θα ήταν τα τελευταία της. Κι αν η χαρά του να την ακούς ξανά είναι μια απαραίτητη συνεισφορά για τη λειτουργία του όλου πράγματος, πού το περίεργο; Το λυπηρό κομμάτι της υπόθεσης είναι η συνειδητοποίηση ότι ο χαμός της μοιάζει να αποτελεί ένα ακόμα βήμα προς την οριστική εξαφάνιση ενός μοντέλου καλλιτέχνη και μιας ολόκληρης εποχής. Η περίπτωσή της, δηλαδή, εκπροσώπησε μια ηθική και μια στάση που μοιάζει να μην έχει θέση στο σημερινό τραγούδι: αδιαφορώντας για τη διαφήμιση, για τις εξωκαλλιτεχνικές εντυπώσεις και για την ικανοποίηση των πολλών, η Αρλέτα τραγούδησε πάντα με οικειότητα και ηρεμία, σαν να απευθυνόταν μόνο σε εσένα.

Θα μας λείψει.