search

ΔΙΕΘΝΗ

Δεν είναι η μεγάλη μπάντα που θα ξαναβάλει το rock σε τροχιά, όμως τα ηλεκτρικά watts δεν ξοδεύονται για εντυπωσιασμό: ακόμα κι αν τώρα οι μελωδίες ξεθαρρεύουν, το πόδι παραμένει στο γκάζι...

Label | Domino
Κυκλοφορία | 2/2018
Βαθμολογία | 7

Μπάντα τυπική της τρέχουσας δεκαετίας, οι Hookworms ξεκίνησαν με πολλά δανεικά: δανείστηκαν την εναλλακτική ετικέτα σε μια εποχή που φοριέται καλοσιδερωμένη και καβάλησαν έπειτα με χαμόγελο στο μοδάτο τρένο της νεοψυχεδέλειας. Πολύ γρήγορα, όμως, ήδη από εκείνο το πρώτο ΕΡ του 2011 που ο Julian Cope επαίνεσε για τις Zabriskie Point ποιότητές του, φάνηκε ότι δεν είχαν έρθει για να παίξουν τόπια στο ψυχεδελικό λιβάδι, όπως πλήθος συγκροτημάτων της φουρνιάς τους (και όχι της γενιάς τους).

Αντιθέτως, τις δικές τους κιθάρες δεν το σκεφτόσουν να τις πεις rock –γιατί σε πολλές πλέον περιπτώσεις το σκέφτεσαι και μάλιστα πολύ– ενώ η ψυχεδέλειά τους έκανε μπαμ ότι είχε βουτήξει με το κεφάλι στη Spacemen 3 παρακαταθήκη και στις μνήμες του punk (και έχω την εντύπωση ότι είναι το αμερικάνικο punk που γουστάρουν περισσότερο). Έτσι, έκαναν δίκαιη αίσθηση τόσο με το Pearl Mystic του 2013, όσο και με το The Hum του 2015. Δύο δίσκους που μπορεί να μην άλλαξαν τη μουσική και να μην κέρδισαν ούτε τις μικρότερες θέσεις των charts, μα ακόμα τους λες «καλούς», από την ασφάλεια που σου δίνει η χρονική απόσταση.


Στο φετινό Microshift, το πόδι των Hookworms παραμένει εκεί που το ξέρουμε (στο γκάζι) και φαινομενικά ακολουθείται η ίδια γραμμή πλεύσης. Είναι βασικά όταν παρατηρείς εκείνο το απελπισμένο «I ran from my feelings, I ran from the city» στο "Static Resistance" που καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν πλέον δύο διαφοροποιήσεις: πρώτον, ο τραγουδιστής Matt Johnson στέκεται τώρα πιο μπροστά, τόσο ως φωνή (στη μίξη), όσο και ως άνθρωπος που στην πραγματική του ζωή παλεύει με την κατάθλιψη· δεύτερον, το γκρουπ έχει πλέον εμπιστοσύνη στις μελωδίες του και δεν φοβάται να τις βγάλει λίγο πιο «στ' ανοιχτά» στην ενορχήστρωση.

Δεν μιλάμε βέβαια για σεισμικές αλλαγές. Περισσότερο με μετατοπίσεις βάρους έχουμε να κάνουμε, οι οποίες εκφράζονται στην κλίμακα «λιγότερο/περισσότερο» και, γενικώς, επιτρέπουν στα synths να γίνουν πιο αντιληπτά εκεί που παλιότερα χάνονταν στις motorik επαναλήψεις που το γκρουπ ξεπατίκωσε από τους Neu!. Αποδεικνύονται ωστόσο επαρκείς για να βάλουν τους Hookworms σε επιτυχή κίνηση, επιτρέποντάς τους να γράψουν μερικά ακόμα νόστιμα τραγούδια, από τη σκοπιά μάλιστα μιας μπάντας που δεν έχει κάνει καριέρα και ζει χάρη σε πρωινές δουλειές, οι οποίες χρηματοδοτούν τις μουσικές της εξορμήσεις.

Ίσως γι' αυτό, δόξα τω Θεώ, γλιτώσαμε από τα πολιτικά μισόλογα που υποτίθεται ότι λένε άλλοι εναλλακτικοί καλλιτέχνες, όσοι ντε και καλά νιώθουν την ανάγκη να εναρμονιστούν με το γύρω τους zeitgeist, αλλά δεν ξέρουν στην πραγματικότητα και τι να πουν, γιατί μια ζωή μεσαία τάξη ήταν, οπότε δεν σκέφτηκαν και ποτέ στα σοβαρά την κοινωνική διαστρωμάτωση και τις ενίοτε βίαιες κινητικότητες αυτής, προς τα κάτω. Ευτυχώς για όλους μας, οι Hookworms μένουν στιχουργικά σε ό,τι ζουν και καταλαβαίνουν. Κι ακόμα κι αν λείπει η οξύνοια ενός Jarvis Cocker από τη γραφή τους, μας τραγουδούν για τον θάνατο ενός αγαπημένου φίλου ("Negative Space"), για το τέλος μιας σχέσης ("The Soft Season") ή για προσωπικά προβλήματα, όπως είδαμε και πιο πάνω.

Σε καιρούς όπου το rock έχει κακοπάθει στα χέρια μιας εναλλακτικής γενιάς που θέλει την ετικέτα μα δεν μπορεί ή δεν ξέρει πώς να τη φορέσει, οι Hookworms αποτελούν μια μικρή όαση αξιοπιστίας. Δεν έχουν τις δυνάμεις και το βεληνεκές για να βάλουν τα πράγματα σε διαφορετική τροχιά (δεν είναι μεγάλη μπάντα), αλλά τουλάχιστον στα δικά τους χέρια τα ηλεκτρικά watts δεν ξοδεύονται για εντυπωσιασμό και η όποια εναλλακτική ταυτότητα προκύπτει, δεν μπαίνει ως εξαρχής δερβέναγας στ' αυτιά μας, έτοιμη, ατσαλάκωτη και ήδη καδραρισμένη.