search

ΔΙΕΘΝΗ

Συλλέγει καρπούς από το δέντρο των Negative Plane, έχει ως βασική επιρροή τους Absu, αλλά λοξοκοιτάει και προς το ska και το post-punk, καθώς οδεύει προς έναν πηγαίο και άκρως απολαυστικό αχταρμά...

Label | Invictus Productions
Κυκλοφορία | 2/2018
Βαθμολογία | 8

Tο πιο ουσιαστικά καινοτόμο συγκρότημα της τρέχουσας δεκαετίας στο black metal, είναι ίσως οι Αμερικανοί Negative Plane. Κι αυτό το πέτυχαν μονάχα με έναν δίσκο, το Stained Glass Revelations του 2011, όπου παρουσίασαν μια τελείως αναπάντεχη πρόσληψη επί του πρωτο-black Venom ήχου, τον οποίο μπόλιασαν με μπόλικο reverb (στα όρια του surf), με το αποτέλεσμα να είναι νεκροταφειακά κατάμαυρο.

Από τότε παρακολουθώ στενά οτιδήποτε κάνει όχι μόνο κάθε μέλος τους, αλλά ακόμη και οι session μουσικοί που έχουν περάσει από τη μπάντα. Φέτος ήρθε λοιπόν η σειρά να δραστηριοποιηθεί δισκογραφικά ο Salpsan, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος έπαιξε για ένα φεγγάρι τύμπανα σε κάποιες ζωντανές εμφανίσεις των Αμερικανών. Το όνομα του (one-man, φυσικά) project του είναι Spite (όχι ιδιαίτερα ενδεικτικό, μιας και θυμίζει περισσότερο hardcore ή punk καταστάσεις), αυτό του δίσκου Antimoshiach, ενώ το εξώφυλλο αποτυπώνεται αρκούντως ευαγγελικό για να καταταχθεί στο ορθόδοξο παρακλάδι του είδους· κάτι, όμως, που θα ήταν βεβιασμένη κίνηση.


Με αφορμή το όνομα της μπάντας, θα πρέπει εδώ να γράψω για την κρυφή ικανοποίηση που μου προσφέρει μια πολύ συγκεκριμένη κατηγορία εντυπώσεων –όταν σε κάποιο κομμάτι ακούγεται το όνομα του ίδιου του συγκροτήματος. Η αυτοαναφορικότητα και οι υπόγειοι εσωτερικοί διάλογοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της υποδόριας metal νοοτροπίας και, μέσω αυτών, αποκτούν περαιτέρω διάσταση οι οντότητες που ορίζονται λεκτικά. Όσον αφορά τους Spite, η αφορμή δόθηκε στο 5ο τραγούδι “Second Death”, όπου και συμβαίνει η εκφορά της λέξης Spite.

Στα μουσικά τώρα, το Antimoshiach συλλέγει καρπούς από το δέντρο των Negative Plane, γεγονός που μεταφράζεται σε χαρακτηριστικό παίξιμο κιθάρας με λεπτά αρπίσματα με echo και ίχνη reverb. Κυριαρχούν τα μακροσκελή riffs, που έχουν κάτι από την τεχνουργία και την ελατηριακή σπιρτάδα του thrash, φέρνοντας στο προσκήνιο τους Absu, η επιρροή των οποίων είναι εμφανής στον δίσκο. Όμως ο Salpsan δεν σταματάει εκεί: διοχετεύει και ιχνοστοιχεία από post-punk αλλά και ska(!) στο μείγμα. Και όλος αυτός ο αχταρμάς ακούγεται πηγαίος και άκρως απολαυστικός. Φαίνεται δηλαδή πως ο καλλιτέχνης έφτιαξε με μεράκι κάτι, τα υλικά του οποίου τα κουβάλαγε χρόνια μέσα του, περνώντας πολύ καλά κατά τη δημιουργική διαδικασία. Αρκεί να ακούσει κανείς πώς ελίσσονται τα φωνητικά πάνω σε μονοπάτια ορμής και παράνοιας, όταν φωνάζει με καθαρά φωνητικά σαν απαιτητική επίκληση· ή πόσο ζεστές και γνώριμες ηχούν οι συστοιχίες των τυμπάνων.

Στον στιχουργικό τομέα το άλμπουμ δίνει μια λανθασμένη αρχική εντύπωση (κυρίως λόγω τίτλων), πως είναι βουτηγμένο στον εβραϊκό μυστικισμό. Εν τέλει, όμως, αναλώνεται σε αγνό αντιχριστιανικό πνεύμα, γηπεδικού σχεδόν επιπέδου. Το θέμα είναι ότι μάλλον ταιριάζει η συγκεκριμένη στιχουργική με την αύρα του δίσκου: μεταλλική, εφηβική οργή απέναντι στην οργανωμένη θρησκεία, με γραφικές περιγραφές θεομαχικών φαντασιώσεων. Το φάσμα των Absu επανεμφανίζεται εδώ, κυρίως αναφορικά με τη φόρμα των στίχων, με τη μορφή κοφτών επικλήσεων.

Το Antimoshiach είναι δίσκος με τον οποίον γιορτάζει το ακραίο metal. Περιλαμβάνει ασταθές πυρηνικό υλικό, που σε κάποια πιο διαδικαστικής λογικής χέρια θα οδηγούσε σε κακώς νοούμενο πανηγύρι. Όμως ο Salpsan φτιάχνει τον (ας πούμε, χάριν ευκολίας, black/thrash) δίσκο της καριέρας του, όπου ακόμη και το σύντομο instrumental “The Hope (Of Coming Armageddon)” γίνεται ένας δυναμίτης έμπνευσης. Δημιούργημα με εφηβική ψυχή και ώριμη διαμόρφωση, ένα πραγματικό διαμάντι από την άλλη όχθη του Ατλαντικού.