search

ΔΙΕΘΝΗ

Κουβαλάει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια που έφτιαξε ή θα φτιάξει ποτέ ο Jason Pierce στη μετα-Spacemen 3 εποχή, βρίσκοντάς τον να βάζει νερό στο κρασί του μαξιμαλισμού που τον διακατέχει...

Label | Fat Possum
Κυκλοφορία | 9/2018
Βαθμολογία | 7,5

«Απλά ήθελα να ξαναβγώ στον δρόμο και οι Spiritualized ήταν το όχημά μου».

Έτσι αποτύπωσε το 1991 ο Jason Pierce τον βασικό λόγο πίσω από τη δημιουργία των Spiritualized, του προσωποκεντρικού του project που χτίστηκε με πολλά έμψυχα και άψυχα εργαλεία των Spacemen 3, προκειμένου να διαχειριστεί το σόλο μονοπάτι που είχε ήδη αρχίσει να διαβαίνει ο εφηβικός του φίλος και μισή ψυχή της μπάντας, Pete Kember. Σηματοδοτώντας, κάπως έτσι, το μουσικό τέλος της επιδραστικής, διαστημικής συντροφιάς από το Rugby.

Περισσότερα από 25 χρόνια μετά, ο γοητευτικά φθαρμένος αστροναύτης ξαναβγαίνει στον δρόμο για το τελευταίο ίσως ταξίδι με αυτό το όχημα: σύμφωνα τουλάχιστον με την εκπεφρασμένη πρόθεση του Pierce, το And Nothing Hurt αποτελεί τους τίτλους τέλους των Spiritualized.


Αυτή η εξαγγελία μένει βέβαια να επαληθευθεί, καθότι σε πρόσφατες συνεντεύξεις ο Pierce φαίνεται να έχει «γλυκαθεί» από το ηχητικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του δίσκου, αλλά και από τη διθυραμβική υποδοχή που του επιφύλαξε ο διεθνής μουσικός Τύπος. Δύσκολα ωστόσο θα μπορούσε να περιμένει κανείς ιδανικότερο κύκνειο άσμα για τους Spiritualized. Τι καλύτερο να κλείνεις έναν κύκλο εισφέροντας σε αυτόν μια ουσία που μάλλον έλειπε από τις προηγούμενες τριακόσιες πενήντα εννέα μοίρες του;

Η αλήθεια είναι ότι η mix n match επική διάθεση και οι διαστημικές ροκ φιλοδοξίες του Pierce, ο ήχος-σφραγίδα δηλαδή των Spiritualized, είναι έντονα παρών και εδώ. Με τη διαφορά ότι βάζει πλέον εμφανώς νερό στο κρασί του μαξιμαλισμού που τον διακατέχει, χάριν ενός πιο προσιτού αποτελέσματος και μιας γενικής αισιοδοξίας που αποπνέουν ως σύνολο οι συνθέσεις του And Nothing Hurt. Αισιοδοξία η οποία εκπλήσσει ευχάριστα όποιον τουλάχιστον είναι εξοικειωμένος με τα ποικίλα προσωπικά δράματα που έχει κατά καιρούς αντιμετωπίσει ο Pierce και τον τρόπο με τον οποίον έχουν επηρεάσει την καλλιτεχνική του υφολογία.

To άλμπουμ ανοίγει αριστουργηματικά· σε σκλαβώνει με την πρώτη με το "Perfect Miracle’’, το οποίο θυμίζει τις ένδοξες εποχές του Ladies Αnd Gentlemen We Are Floating In Space (1997). Αμέσως μετά το  "Ι'm Your Man’’ αποδεικνύεται ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια που θα ακούσουμε φέτος: μια κεντημένη ψιλοβελονιά-κατάθεση σπασμένων κομματιών μιας αυτοκαταστροφικής ψυχής, που επανενώνονται σε soulful φόρμα. Στη θέση δε νούμερο τρία το ταξίδι αρχίζει για τα καλά, μ' ένα καταπληκτικό road song, το "Here Comes The Road (Let’s Go)’’. Στο άκουσμά του θες ν’ αρπάξεις το πρώτο εύκαιρο τιμόνι, να σανιδώσεις την ένταση του ραδιοφώνου και να ξεχυθείς στην άσφαλτο –με τα μαλλιά του κοριτσιού ν' ανεμίζουν και προορισμό το άπειρο κι ακόμα παραπέρα.

Η dream pop  αισθητική του "Let’s Dance" ζεσταίνει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα, το ματζόρε της οποίας κορυφώνεται στο "On Τhe Sunshine’’. Κατόπιν, με ένα από τα καλύτερα κομμάτια του –το γλυκά πονεμένο "Damaged"– ο δίσκος κάνει μια επιτυχημένη κυκλοθυμική στροφή, αν και το "Morning After’’ αμέσως μετά τα χαλάει λίγο, μακρηγορώντας με φλύαρους θορύβους πάνω στην κατά τα άλλα τίμια στιχουργική προσπάθεια του Pierce να συνεχίσει να κάνει τον πόνο της ζωής τραγούδι. Το βασικό μήνυμα του δίσκου συνίσταται στη μετάβαση από το μοτίβο «taking drugs to make music to take drugs to» στις ενήλικες συνειδητοποιήσεις με ό,τι αυτές συνεπάγονται. Θα τις βρούμε να συμπυκνώνονται λίγο πριν το τέλος στο "The Prize": «and maybe it’s not too late to change your mind, but I don’t know dear, if love will live or if it’ all die […]but we have a life and life’s the prize».

Μια ιστορία ενηλικίωσης, ένα γύρισμα σελίδας στο ίδιο πάντα βιβλίο, μια στιγμή γείωσης σ' ένα ταξίδι αιώρησης πάνω απ’ τη στρατόσφαιρα. To And Nothing Hurt κουβαλάει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια που έφτιαξε ή θα φτιάξει ποτέ ο Jason Pierce στη μετα-Spacemen 3 εποχή, σε όποιο σχήμα και κατάσταση κι αν τον βρει το μέλλον. 48 και κάτι λεπτά μουσικής, για τα οποία μπορεί να είναι αβίαστα περήφανος: δεν θα τον προδώσουν ποτέ.