search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Αν και η Μυρτώ Παπαθανασίου απέδωσε ωραία τη χαμένη στην τραγική μοίρα του έρωτά της ηρωίδα, η παραγωγή συνολικά προσπάθησε να ισορροπήσει το πομπώδες με το μινιμαλιστικό, βάζοντας ένα στοίχημα που συχνά χάθηκε...

Χώρος | Εθνική Λυρική Σκηνή (αίθουσα Σταύρος Νιάρχος), 2017
Ημερομηνία διεξαγωγής | 25/2/2018
Φωτογράφος | Δημήτρης Σακαλάκης

Στα πλαίσια του αφιερώματος στα 200 χρόνια από τη γέννηση του Σαρλ Γκουνό, ανέβηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή η όπερα Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Το σαιξπηρικό έργο προσφέρεται για οπερατική προσαρμογή, καθώς μεγάλο του μέρος μπορεί να αντιμετωπιστεί ως λιμπρέτο. Κάπως έτσι κι έγινε, στα χέρια των Ζυλ Μπαρμπιέ & Μισέλ Καρρέ. Με κάποιες βέβαια προσαρμογές, όπως την επιλογή να παραμένει ζωντανός ο Ρωμαίος μέχρι να μαχαιρωθεί η Ιουλιέττα, ώστε να χαρίσουν στο κοινό ένα τελευταίο ντουέτο.

Το πρώτο πάντως ανέβασμα της όπερας για την Εθνική Λυρική Σκηνή, υπό τη μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού και τη σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη, μας άφησε ελαφρώς μπερδεμένους. Καθόλη τη διάρκεια της πεντάπρακτης όπερας, δηλαδή, υπήρχε η αναζήτηση μιας ισορροπίας μεταξύ του θεατράλε camp στοιχείου και ενός μινιμαλισμού, η οποία δεν βρέθηκε ποτέ.

46jRomJl_2.jpg

Τα σκηνικά αποτελούσαν γραμμικά πλαίσια, με μία λωρίδα LED στη βάση, που μετατρέπονταν σε διαφορετικούς χώρους και διαφορετικές συνθήκες, ώστε να ταιριάζουν στις απαιτήσεις κάθε σκηνής. Παρόλαυτα, ο σχεδιασμός του (σκληρού) φωτισμού υπήρξε τουλάχιστον πρόχειρος, με άλλους τραγουδιστές να μένουν στο σκοτάδι την ώρα ακριβώς που τραγουδούσαν κι άλλους να φωτίζονται εν ώρα σιωπής. Επίσης, κομμάτια γκλίτερ κομφετί έπεφταν στη σκηνή, μένοντας συχνά στις δοκούς των σκηνικών ή αιωρούμενα τη λάθος στιγμή, αποπροσανατολίζοντας το θέαμα. Αντίστοιχα αποπροσανατολιστική στάθηκε και η έλλειψη ανυψωμένου σκηνογραφικού στοιχείου εν είδει μπαλκονιού, με όλη την πασίγνωστη κι αγαπημένη 2η πράξη να ολοκληρώνεται έτσι στον οριζόντιο άξονα της σκηνής (ενώ ο Δούκας μπήκε στην πιο περιττή χρήση κυλιόμενου, υπερυψωμένου βήματος).


Το στοιχείο της προσθήκης χορευτών υπήρξε επίσης αμφιλεγόμενο. Όντες η “Ελβετία” της διαμάχης μεταξύ Καπουλέτων και Μοντέγων, εμφανίστηκαν ντυμένοι με πολύχρωμα, φασαριόζικα ρούχα, τα οποία έφερναν όμως σε club kids της Νέας Υόρκης και θα ταίριαζαν περισσότερο σε νεράιδες του Ονείρου Θερινής Νυκτός. Παρόλαυτα, το πρελούδιο της όπερας εισήχθη με την ιστορία χορογραφημένη και εκτελεσμένη από νεαρό ζευγάρι, οι οποίοι ταίριαξαν όμορφα τις κινήσεις τους στον αφηγηματικό άξονα που προσπάθησε να στήσει ο Μαστοράκης. Τη σκηνή διάνθιζαν επίσης μαυροντυμένες φιγούρες που συνήθως μετακινούσαν τα στοιχεία των σκηνικών, χωρίς να γίνεται ποτέ σαφής η δραματουργική τους υπόσταση.

46jRomJl_3.jpg

Η Μυρτώ Παπαθανασίου υπήρξε ικανοποιητική Ιουλιέττα, χαμένη στην τραγική μοίρα του έρωτά της. Κατάφερε να αποδώσει το απότομο μεγάλωμα της ηρωίδας, από την αθώα παιδίσκη, στον τραγικό χαρακτήρα που προτιμά να πεθάνει από το να ζήσει χωρίς τον έρωτά της. Πολύ καλαίσθητη υπήρξε και η σκηνή όπου παίρνει το φίλτρο του πατέρα Λαρυέντιου, με τη φιγούρα της να τρεκλίζει στα μήκη και στα πλάτη της σκηνής, σε ένα κρεσέντο απόγνωσης και ψευδούς ελπίδας για τη σωτηρία του κρυφού της γάμου.

Στον αντίποδα, ο Ρωμαίος του Ισμαέλ Τζόρντι στάθηκε μάλλον αχυρένιος. Ντυμένος στο σομόν κοστούμι του, ο ψηλόλιγνος Ισπανός τενόρος ήταν πράγματι φτυστή εικόνα του σαιξπηρικού, μελαγχολικού ήρωα· φωνητικά, όμως, μας άφησε να επιθυμούμε πολλά περισσότερα. Συχνά επισκιασμένος από την παρουσία της Παπαθανασίου, ο Τζόρντι ταίριαζε στις πιο χλιαρές αναγνώσεις του ρόλου, επιβεβαιώνοντας αυτούς που θέλουν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα ως δύο σαχλούς χαρακτήρες, χωρίς βάθος.

46jRomJl_4.jpg

Εξαιρετική στάθηκε η Άρτεμις Μπόγρη, στον ρόλο του Στέφανου. Η υψίφωνος φαίνεται ότι έχει μαθητεύσει υπό τον Άρη Χριστοφέλλη, με τη φωνή της να πραγματοποιεί ακροβατικά με τρομερή ευλυγισία και χάρη. Παράλληλα, ενσάρκωσε δραματουργικά το camp στοιχείο που φάνηκε να διατρέχει τον αισθητικό άξονα του ανεβάσματος με σύνεση και καλαισθησία, πετυχαίνοντας την πολυπόθητη ισορροπία που έλειπε από τα υπόλοιπα σημεία της παραγωγής. Αντίστοιχα εξαιρετικός ήταν κι ο Μερκούτιος του Χάρη Ανδριανού, με τον βαρύτονο να αποδίδει πιστά την ορμή και το παιχνιδιάρικο ύφος του ρόλου. Αντίθετα, ο Τυβάλδος του Αντώνη Κορωναίου κι ο Καπουλέτος του Δημήτρη Κασιούμη, αποτυπώθηκαν άχρωμοι και ξύλινοι.

Με τη συγκεκριμένη όπερα έγινε φιλότιμη προσπάθεια από την Εθνική Λυρική Σκηνή για μια παράσταση ικανή να ισορροπήσει μεταξύ του πομπώδους και του μινιμαλιστικού, νομίζω όμως ότι –στην πρεμιέρα τουλάχιστον– το στοίχημα συχνά χάθηκε. Θα είναι πολύ ενδιαφέρον λοιπόν να παρατηρήσουμε πώς θα ωριμάσει η παραγωγή στο διάστημα που θα ανέβει, καθώς πολλά από τα στοιχεία θα βρίσκουν τη θέση τους και ίσως αντηχούν πιο επιδραστικά στα πλαίσια του πολυαγαπημένου έργου.